Αγορά ζωοτροφών
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού διερευνά πιθανές κάθετες συμπράξεις στην αγορά ζωοτροφών για κατοικίδια στην Ελλάδα και τις επιπτώσεις τους.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού αποφάσισε την κατά προτεραιότητα εξέταση και ανάθεση σε αρμόδιο εισηγητή υπόθεσης που αφορά πιθανές κάθετες συμπράξεις στην αγορά ζωοτροφών για κατοικίδια ζώα. Η έρευνα καλύπτει εισαγωγή, παραγωγή, χονδρική και λιανική πώληση τροφών για σκύλους και γάτες, με στόχο τη διαπίστωση τυχόν αντί-ανταγωνιστικών πρακτικών σύμφωνα με τα άρθρα 1, 1Α και 2 του ν. 3959/2011, όπως και τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η ανάθεση σε εισηγητή σηματοδοτεί την εκκίνηση των προβλεπόμενων προθεσμιών για τη λήψη απόφασης, χωρίς όμως να προδικάζει το περιεχόμενο της εισήγησης ή της τελικής απόφασης. Ο χρόνος εξέτασης θα εξαρτηθεί από την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τον όγκο του διοικητικού φακέλου, τον αριθμό των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και το βαθμό συνεργασίας τους.
Αιφνιδιαστικοί έλεγχοι και οικονομικό πλαίσιο
Το Νοέμβριο του 2024, η Επιτροπή είχε διενεργήσει αιφνιδιαστικό επιτόπιο έλεγχο στον κλάδο εισαγωγής, παραγωγής, χονδρικής και λιανικής πώλησης ζωοτροφών για κατοικίδια ζώα, στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης έρευνας για ενδεχόμενες κάθετες συμπράξεις. Η υπόθεση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου η αύξηση του κόστους ζωοτροφών για τα ελληνικά νοικοκυριά έχει γίνει σημαντική, με τον πληθωρισμό στα είδη για κατοικίδια να φτάνει το 1,8% τον Σεπτέμβριο του 2024, έναντι 0,6% στη Ζώνη του Ευρώ. Στην Ελλάδα, περίπου το 14% των νοικοκυριών έχει σκύλο και το 13% γάτα, με εκτιμώμενο πληθυσμό 660.000 σκύλων και 605.000 γατών.
Η υπόθεση αποτελεί κρίσιμο βήμα για τη διασφάλιση του ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά ζωοτροφών, προστατεύοντας τόσο τους καταναλωτές όσο και τη βιώσιμη ανάπτυξη των επιχειρήσεων. Τα άρθρα 1 και 1Α του ν. 3959/2011 απαγορεύουν συμφωνίες ή μονομερείς πρακτικές που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, ενώ τα άρθρα 2 και 102 ΣΛΕΕ στοχεύουν στην αποφυγή καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης. Η Επιτροπή συνεχίζει να εποπτεύει στενά την αγορά και προγραμματίζει την εξέταση όλων των στοιχείων ώστε να διασφαλιστεί η νομιμότητα και η διαφάνεια στις συναλλαγές.





